Τι ορίζει την Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία;

Τι ορίζει την Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αναλυτική σχέση είναι βασιμένη στην αγάπη της αλήθειας –δηλαδή στην αναγνώριση της πραγματικότητας- και ότι αποκλείει οποιοδήποτε είδος προσποίησης ή εξαπάτησης. -Sigmund Freud

Οι ψυχαναλυτικές θεραπείες, όπως και η κλασική ψυχανάλυση, συνιστούν προσεγγίσεις βοηθητικές για τους ανθρώπους, οι οποίες προήλθαν από τις ιδέες του Sigmund Freud, των συνεργατών και των μαθητών του. Ίσως μία τέτοια γενεαλογία θα μπορούσε να αποδοθεί σε όλες σχεδόν τις μορφές της ομιλούσας θεραπείας -εφόσον ακόμη και εκείνες που διαφέρουν ριζικά από τον τρόπο δουλειάς του Freud- έχουν επηρεαστεί με κάποιον τρόπο από αυτόν.

Νομίζω ότι το κεντρικό θέμα των ψυχοδυναμικών προσεγγίσεων που στοχεύουν στην παροχή βοήθειας στους ανθρώπους, είναι ότι όσο πιο ειλικρινείς είμαστε με τον εαυτό μας, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να ζήσουμε μία ικανοποιητική και ωφέλιμη ζωή. Επιπλέον, η ψυχαναλυτική ευαισθησία αναγνωρίζει το γεγονός ότι η ειλικρίνεια όσον αφορά τα κίνητρά μας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις μέσα στο ψυχαναλυτικό πάνθεον έχουν ως κοινό στόχο την ανάπτυξη της ικανότητας αναγνώρισης του μη συνειητού –την αποδοχή, δηλαδή, όλων αυτών που είναι δύσκολο και οδυνηρό να δούμε στον εαυτό μας. Αυτά τα ασυνείδητα φαινόμενα μπορεί να περιλαμβάνουν μία αίσθηση αδυναμίας (τον κίνδυνο ψυχικής αποδιοργάνωσης, κατακερματισμού, αφανισμού), τη ματαιοδοξία (ευαλωτότητα στην ντροπή, επιθυμία για τελειότητα, φαντασιώσεις παντοδυναμίας, ιδιαιτερότητας και δικαιωματικής εξουσίας), τις συγκρούσεις (εντάσεις ανάμεσα σε επιθυμίες και απαγορεύσεις, αμφιθυμία, επιδίωξη αμοιβαία αποκλειόμενων στόχων), την ηθική ανεπάρκεια ή την λαγνεία, την πλεονεξία, τον ανταγωνισμό και την επιθετικότητα, φαινόμενα τα οποία η πρώιμη φροϋδική θεωρία ξεσκέπασε με ιδιαίτερο ζήλο σε μία κοινωνία αρκετά πιο ευπρεπή σε σχέση με την σημερινή.

Τα κλινικά και τα θεωρητικά ψυχαναλυτικά συγγράμματα πάντοτε στόχευαν στην αποκάλυψη των κινήτρων που δεν ήταν φανερά σε μας, με αφετηρία την ιδέα ότι η συνειδητοποίηση των αποκηρυγμένων πλευρών του ψυχισμού μας θα μας απαλλάξει από το χρόνο και την προσπάθεια που απαιτείται για να μείνουν στο ασυνείδητο. Κατά συνέπεια, απελευθερώνεται επιπλέον προσοχή και ενέργεια για να ζήσουμε ρεαλιστικά, παραγωγικά και χαρούμενα. Τα κίνητρα τα οποία εξορίζονται στο ασυνείδητο, ποικίλουν από άτομο σε άτομο, από κουλτούρα σε κουλτούρα και από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη.

Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες, όπου η γεωγραφική μετακίνηση θεωρείται δεδομένη, όπου οι ευρύτερες, ακόμη και οι πυρηνικές οικογένειες είναι γεωγραφικά απομακρυσμένες όπου η λύση που θεωρείται δεδομένη στις περισσότερες σχέσεις είναι ο χωρισμός –ή με άλλα λόγια, όπου η λαχτάρα για προσκόλληση είναι ανεπιθύμητη και οι ενδείξεις εξάρτησης εμπνέουν περιφρόνηση- οι ψυχαναλυτικοί ερευνητές και θεωρητικοί να δίνουν έμφαση στην προσκόλληση, τη σχέση, την αμοιβαιότητα και τη διυποκειμενικότητα.

Η ψυχανάλυση ως επιστημονικό πεδίο έχει ενστερνιστεί μία ηθική ειλικρίνειας, η οποία έχει προτεραιότητα σε σχέση με άλλους σκοπούς και θεωρεί τους θεραπευτικούς στόχους όπως την ανακούφιση των συμπτωμάτων, ως επακόλουθο της επίτευξης μίας ειλικρινούς ομιλίας. Ο Thomas Szasz (2003) έφτασε στο σημείο να ορίσει την ψυχανάλυση ως έναν ηθικό διάλογο, όχι μία ιατρική θεραπεία. Για πολλές δεκαετίες, η ηθική της ειλικρίνειας προσωποποιούνταν στην εικόνα μίας θεραπεύτριας, η οποία είχε κερδίσει αυτογνωσία μέσα από την προσωπική της ανάλυση και έφερε την ευθύνη για την κατάκτηση του ίδιου επιτεύγματος στον ασθενή. Στα σύγχρονα αναλυτικά συγγράματα αναγνωρίζεται πλέον ότι η συμμετοχή στη θεραπευτική συνεργασία απαιτεί τόσο από τον αναλυτή όσο και από τον ασθενή να γίνουν σταδιακά περισσότερο ειλικρινείς με τον εαυτό τους στο πλαίσιο αυτής της σχέσης.

Οι ψυχοδυναμικές θεραπείες χαρακτηρίστηκαν από (1) την εστίαση στο συναίσθημα και τη συναισθηματική έκφραση, (2) τη διερεύνηση των προσπαθειών του πελάτη να αποφύγει συγκεκριμένα θέματα ή να εμπλακεί σε δραστηριότητες που καθυστερούν τη θεραπευτική διαδικασία (για παράδειγμα, επεξεργασία της αντίστασης), (3) την αναγνώριση των προτύπων στις συμπεριφορές, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις εμπειρίες και τις σχέσεις του ασθενή, (4) την έμφαση σε παρελθούσες εμπειρίες, (5) την εστίαση σε διαπροσωπικές εμπειρίες, (6) την έμφαση στη θεραπευτική σχέση (μεταβίβαση και θεραπευτική συμμαχία) και (7) τη διερεύνηση των επιθυμιών, των ονείρων και των φαντασιώσεων (ενδοψυχικές δυναμικές).

Nancy McWilliams, Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία, Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας.

Ετικέτες: